1. Inhalt
  2. Navigation
  3. Weitere Inhalte
  4. Metanavigation
  5. Suche
  6. Choose from 30 Languages

Κοινωνία & Πολιτισμός

Η ταινία ενός Αλβανού σκηνοθέτη που ζει στην Ελλάδα

Στο τμήμα Φόρουμ της Μπερλινάλε έκανε την παγκόσμια πρεμιέρα της η ταινία "Αμνηστία" του Αλβανού σκηνοθέτη Μπουγιάρ Αλιμάνι που ζει και εργάζεται στην Ελλάδα εδώ και σχεδόν είκοσι χρόνια.

Ο Bujar Alimani στο Βερολίνο

Η “Αμνηστία” είναι η πρώτη ταινία μεγάλου μήκους του Αλιμάνι και το πρώτο αλβανικό φιλμ στην ιστορία της Μπερλινάλε. “Χαίρομαι πάρα πολύ», λέει ο σκηνοθέτης, «σαν ένα παιδάκι που το πάνε σε ένα λούνα παρκ και τρελαίνεται από τα πολλά παιχνίδια, τα τρελά παιχνίδια. Έτσι είναι. Δηλαδή, νιώθω πολύ μικρός σε αυτήν την πολύ μεγάλη γιορτή.” Με άλλα λόγια, ο Μπουγιάρ Αλιμάνι δεν έχει “καβαλήσει το καλάμι”, επειδή με την πρώτη του ταινία μεγάλου μήκους βρίσκεται στην Μπερλινάλε. Παρότι θα μπορούσε να ήταν υπερήφανος, αν γνώριζε την εκτίμηση που τρέφει για την ταινία του ο Κρίστοφ Τερχέχτε, ο διευθυντής του Φόρουμ, εκείνου του τμήματος του φεστιβάλ που παρουσιάζει νέους δημιουργούς απ’ όλο τον κόσμο με αντισυμβατική γραφή:“Η ταινία παρακολουθεί με μεγάλη υπομονή τις συνθήκες ζωής των δύο πρωταγωνιστών για να συνδέσει μετά με έναν ευαίσθητο τρόπο τις ιστορίες τους. Όλα αυτά γίνονται με μεγάλο αφηγηματικό ταλέντο. Είμαι πεπεισμένος ότι αυτή η ταινία του νεαρού σκηνοθέτη Μπουγιάρ Αλιμάνι δεν θα είναι η τελευταία του.”

Η ιστορία της Έλσας και του Σπετίμ

Η "Έλσα" Luli Bitri

Ο σκηνοθέτης εμπνεύστηκε την ταινία του από μια είδηση που διάβασε σε εφημερίδα. Βάσει ενός καινούργιου νόμου επιτρεπόταν για πρώτη φορά ερωτική επαφή ανάμεσα σε συζύγους στις φυλακές των Τιράνων. Οι δύο ήρωες της ταινίας, η Έλσα (Λούλι Μπίτρι) και ο Σπετίμ (Καραφίλ Σένα), επισκέπτονται κάθε 4 βδομάδες τους συζύγους τους στις φυλακές κάνοντας σεξ μαζί τους. Η πράξη, όπως παρουσιάζεται στην ταινία, μοιάζει για την Έλσα και τον Σπετίμ με αγγαρεία, κάτι το εφιαλτικό που το κάνουν επειδή αισθάνονται ότι θα πρέπει να εκπληρώσουν κάποιο κοινωνικό καθήκον. Η σαραντάρα Ελσα είναι μια μοναχική γυναίκα με δύο παιδιά και ο Σπετίμ είναι ένας πενηντάρης που δουλεύει και περνά τον ελεύθερο χρόνο του βλέποντας τσόντες και πίνοντας κονιάκ. Μετά από μια επίσκεψη οι δύο γνωρίζονται σε ένα καφενείο που βρίσκεται κοντά στη φυλακή. Η Έλσα και ο Σπετίμ αναπτύσσουν μια ζεστή και ερωτική σχέση. Το όνειρό τους καταρρέει όταν η αλβανική κυβέρνηση δίνει αμνηστία στους φυλακισμένους. Η Έλσα και ο Σπετίμ αναγκάζονται να επιστρέψουν στην κοινωνικά αποδεκτή οικογενειακή ζωή τους, που για αυτούς σημαίνει μοναξιά.

«Έχω δύο πατρίδες, την Αλβανία και την Ελλάδα»


Ο σκηνοθέτης με τη Luli Bitri και τον Todi Llupi

Το τέλος είναι τραγικό. Όταν ο Σπετίμ θέλει να επισκεφθεί την Έλσα εκεί όπου μένει, ο πεθερός της (Τόντι Λούπι) παίρνει το όπλο και σκοτώνει και τους δύο. Η αλληγορία είναι εμφανής: η παλιά Αλβανία της βεντέτας και της αρχαϊκής αντίληψης για την τιμή προσπαθεί να πνίξει κάθε προσπάθεια χειραφέτησης του ατόμου. “Θεωρώ», λέει ο Αλιμάνι, «ότι η πρόοδος της Αλβανίας και η ταχύτητα με την οποία προσπαθεί να προλάβει το χαμένο χρόνο είναι λάθος. Κατά αυτόν τον τρόπο έρχεται σε σύγκρουση με αυτό το κομμάτι των άλλων, κυρίως νέων ανθρώπων, που θέλουν να ξεπεράσουν ακόμη και τους εαυτούς τους και να ζήσουν ανθρώπινα – έρωτες παράνομοι, νόμιμοι. Και αυτό το παρουσιάζω στην ταινία μου χωρίς να κρατάω καμία στάση. Όλοι στην ταινία μου είναι θύματα, όλοι χάνουν.” Ο Μπουγιάρ Αλιμάνι δεν βλέπει τον εαυτό του σε αυτήν την κατηγορία. Το 1992, σε ηλικία 22 ετών, είχε έρθει στην Ελλάδα με τα πόδια από την Αλβανία διασχίζοντας βουνά και μονοπάτια. Δούλεψε στις οικοδομές, σέρβιρε καφέδες και όποια άλλη δουλειά μπορεί να φανταστεί κανείς. Έχοντας σπουδάσει σκηνοθεσία στην Σχολή Καλών Τεχνών των Τιράνων έψαχνε πάντα τη συνεργασία με Έλληνες σκηνοθέτες. Τελικά το πέτυχε. Έγινε βοηθός σκηνοθέτη, γύρισε ταινίες μικρού μήκους και τώρα την Αμνηστία, την πρώτη μεγάλου μήκους. Αλήθεια, τι είναι γι αυτόν η Ελλάδα; “Εγώ σπούδασα θέατρο στην Αλβανία, αλλά έγινα και ωρίμασα σαν σκηνοθέτης στην Ελλάδα. Και δεν το λέω αυτό για λόγους πολιτικούς η κοινωνικούς. Έχω δύο πατρίδες, πραγματικά.”

Παναγιώτης Κουπαράνης, Βερολίνο

Υπεύθ. σύνταξης: Σπύρος Μοσκόβου